THE EUCHOLOGION 

 

 

    THE SERVICE OF

 HOLY BAPTISM

GREEK / ENGLISH

 

Homepage

 

Back to Euchologion section          

 

 

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ   ΑΓΙΟΥ   ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

Εισέρχεται ο Ιερεύς, και αλλάσσει λευκήν Ιεράτικήν στολήν, ήτοι επιτραχήλιον και φελώνιον και απτομένων πάντων των κηρών, λαβών θυμιατόν, απέρχεται εν τη Κολυμβήθρα, και θυμια κύκλφ και αποδούς το θυμιατόν, προσκυνεί.

Είτα λέγει ο Διάκονος.

Ευλόγησον Δέσποτα.

Ο Ιερεύς, εκφώνως·

Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, έλέησον. Μεθ' εκάστων δέησιν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Υπέρ της άνωθεν ειρήνης, και της σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ευ­σταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών, και της των πάντων ενώσεως, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αγίου Οίκου τούτου, και των μετά πίστεως, ευλάβειας και φόβου Θεού εισιόντων εν αυτώ, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών (του δεινός), του τιμίου πρεσβυτερίου, της εν Χριστώ διακονίας, παν­τός του κλήρου και του λαού, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο, τι επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύμα­τος, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του καταπεμφθήναι αυτώ την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδανού, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του καταφοιτήσαι τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της υπερουσίου Τριάδος ενέργειαν, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του φωτισθήναι ημάς φωτισμόν γνώσεως και ευσέβειας, δια της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύ­ματος, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αναδειχθήναι το ύδωρ τούτο αποτρόπαιον πάσης επιβουλής ορατών και αοράτων εχθρών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του άξιον (αξίαν) γενέσθαι της άφθαρτου βασι­λείας τον (την) εν αυτώ βαπτιζόμενον (βαπτιξομένην), του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του νυν προσερχόμενου (της νυν προσερχομένης) τω αγίω Φωτίσματι και της σωτηρίας αυτού (αυτής), του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αναδειχθήναι αυτόν (αυτήν) υιόν (θυγατέρα) φωτός και κληρονόμον των αιωνίων αγαθών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του γενέσθαι αυτόν (αυτήν) σύμφυτον και κοινωνόν του θανάτου και της αναστάσεως Χριστού του Θεού ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του διαφυλαχθήναι αυτώ (αυτή) την στολήν του Βαπτίσματος, και τον αββαβώνα του Πνεύματος, άσπιλον και αμώμητον εν τη ημέρα τη φοβερά Χριστού του Θεού ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του γενέσθαι αυτώ (αυτή) το ύδωρ τούτο λουτρόν παλιγγενεσίας, εις άφεσιν αμαρτιών, και ένδυμα αφθαρσίας, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του εισακούσαι Κύριον τον Θεόν φωνής της δεήσεως ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του ρυσθήναι αυτόν (αυτήν) τε και ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης, του Κυρίου δεηθώμεν.

Αντιλαβού, σώσον, ελέησον, και διαφύλαξον ημάς, ο Θεός, τη ση χάριτι.

Της Παναγίας, αχράντου, ύπερευλογημένης, εν­δόξου δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και αειπαρθένου Μαρίας μετά πάντων των αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους, και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.

Και του Διακόνου λέγοντος ταύτα, ο Ιερεύς λέγει καθ’ εαυτόν την Ε υ χ ή ν ταύτην μυστικώς.

Του Κυρίου δεηθώμεν.

Ο εύσπλαγχνος και ελεήμων Θεός, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, και τα κρύφια των αν­θρώπων επισταμένος μόνος· ου γαρ εστί πράγμα αφανές ενώπιον σου, άλλα πάντα γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς σου· ο γινώσκων τα κατ’ εμέ, μη βδελύξη με, μηδέ το πρόσωπον σου αποστρέψης απ’ εμού, αλλά πάριδέ μου τα παραπτώματα εν τη ώρα ταύτη, ο παρορών ανθρώπων αμαρτήματα εις μετάνοιαν, και απόπλυνον μου τον ρύπον του σώματος, και τον σπίλον της ψυχής, και όλον με αγίασον ολοτελή τη δυνάμει σου τη αοράτω και πνευματική δεξιά· ίνα μη, ελευθερίαν άλ­λοις επαγγελλόμενος και ταύτην παρέχων πίστει τη ηρτημένη της σης αφάτου φιλανθρωπίας, αυτός ως δούλος αμαρτίας αδόκιμος γένωμαι. Μη, Δέ­σποτα, ο μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος, μη αποστραφείην τεταπεινωμένος και κατησχυμένος· άλλ’ εξαπόστειλόν μοι δύναμιν εξ ύψους, και ενίσχυσόν με προς την διακονίαν του προκειμένου σου Μυστηρίου, του μεγάλου και επουρανίου. Και μόρφωσόν σου τον Χριστόν εν τω μέλλοντι (εν τη μελλούση) αναγεννάσθαι δια της εμής ελεεινότητος· και οικοδόμησον αυτόν (αυτήν) εν τω θεμελίω των Αποστόλων και Προ­φητών σου· και μη καθέλης, αλλά φύτευσον αυτόν (αυτήν) φύτευμα αληθείας εν τη αγία σου Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και μη εκτίλης. Όπως προκύπτοντος αυτού (προκοπτούσης αυτής) εν ευσέβεια, δοξάζηται και δι’ αυτού (αυτής) το πανάγιον όνομά σου, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δεϊ δε ειδέναι, ότι καθ’ εαυτόν λέγει και την Εκφώνησιν και το, Αμήν.

Μετά δε το συμπληρωθήναι τα Ειρηνικά, άνευ Εκφωνήσεως, λέγει ό Ιερεύς την Ευχήν ταύτην μεγαλοφώνως και μετά φόβου Θεού και εξ όλης ψυ­χής και συντετριμμένης καρδίας.

Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα  σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου (τρις).

ΧΟΡΟΣ: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι

Συ γαρ βουλήσει εξ ουκ όντων εις το είναι παραγαγών τα σύμπαντα, τω σω κράτει συνέχεις την κτίσιν, και τη ση προνοία διοικείς τον κόσμον. Συ εκ τεσσάρων στοιχείων την κτίσιν συναρμόσας, τέτταρσι καιροίς τον κύκλον του ενιαυτού εστεφάνωσας. Σε τρέμουσιν αι νοεραί πάσαι Δυνάμεις· σε υμνεί ήλιος· σε δοξάζει σελήνη· σοι εντυγχάνει τα άστρα· σοι υπακούει το φως· σε φρίττουσιν άβυσσοι· σοι δουλεύουσιν αι πηγαί. Συ εξέτεινας τον ουρανόν ωσεί δέρριν· συ εστερέωσας την γην επί των υδάτων· συ περιετείχισας την θά­λασσαν ψάμμω· συ προς αναπνοάς τον αέρα εξέχεας. Αγγελικοί Δυνάμεις σοι λειτουργούσιν, οι των Αρχαγγέλων χοροί σε προσκυνούσι, τα πολυόμματα Χερουβίμ, και τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, κύκλω εστώτα, και περιϊπτάμενα, φόβω της απροσ­ίτου σου δόξης κατακαλύπτεται. Συ γαρ, Θεός ων απερίγραπτος άναρχος τε και ανέκφραστος, ήλθες επί της γης, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος· ου γαρ έφερες, Δέσποτα, δια σπλάγχνα ελέους σου, θεάσθαι υπό του διαβόλου τυραννούμενον το γένος των ανθρώπων, αλλ’ ήλθες και έσωσας ημάς. Ομολογούμεν την χάριν, κηρύττομεν τον έλεον, ου κρύπτομεν την ευεργεσίαν. Τας της φύσεως ημών γονάς ηλευθέρωσας, παρθενικήν ηγίασας μήτραν τω τόκω σου, πάσα η κτίσις ύμνησέ σε επιφανέντα. Συ γαρ, ο Θεός ημών, επί της γης ώφθης και τοις ανθρώποις συνανεστράφης· Συ και τα Ιορδάνεια ρείθρα ηγίασας, ουρανόθεν καταπέμψας αυτοίς το Πανάγιόν σου Πνεύμα, και τας κεφαλάς των εκείσε εμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων. Αυτός ουν, φιλάνθρωπε Βασιλεύ, πάρεσο και νυν δια της επιφοιτήσεως του Αγίου σου Πνεύ­ματος και αγίασον το ύδωρ τούτο (τρις).

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Και δος αυτώ την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου. Ποίησον αυτό αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. Φυγέτωσαν απ’ αυτού οι επιβουλεύοντες τω πλάσματί σοι· ότι το όνομά σου, Κύριε, επεκαλεσάμην, το θαυμαστόν και ένδοξον και φοβερόν τοις υπεναντίοις.

Και εμθυσά το ύδωρ τρις· και σφραγίζει τη δεξιά τρίτον και επεύχεται, λέγων:

Συντριβήτωσαν υπό την σημείωσιν του τύπου του τιμίου Σταυρού σου πάσαι αι εναντίαι δυνάμεις (τρίς).

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Υποχωρησάτωσαν ημίν πάντα τα εναέρια και αφανή είδωλα, και μη υποκρυβήτω τω ύδατι τούτω δαιμόνιον σκοτεινόν, μηδέ συγκαταβήτω τω βαπτιζομένω (τη βαπτιζομένη), δεόμεθά σου, Κύριε, πνεύμα πονηρόν, σκότωσιν λογισμών καί ταραχήν διανοίας επάγον. Αλλά συ, Δέσποτα των απάντων, ανάδειξον το ύδωρ τούτο, ύδωρ απολυτρώσεως, ύδωρ αγιασμού, καθαρισμόν σαρκός και πνεύματος, άνεσιν δεσμών, άφεσιν παραπτωμάτων, φωτισμόν ψυχής, λουτρόν παλλιγγενεσίας, άνακαινισμόν πνεύματος, υιοθεσίας χά­ρισμα, ένδυμα αφθαρσίας, πηγήν ζωής. Συ γαρ είπας, Κύριε· Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών. Συ εχαρίσω ημίν την άνωθεν αναγέννησιν, δι’ ύδατος και Πνεύματος. Επιφάνηθι, Κύριε, τούτω· και δος μεταποιηθήναι τον εν αυτώ βαπτιζόμενον (βαπτιζομένην), εις το αποθέσθαι μεν τον παλαιόν άνθρωπον, τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης, ενδύσασθαι δε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν· ίνα, γενόμενος (γενομένη) σύμφυτος τω ομοιώματι του θανάτου σου δια του Βαπτίσματος, κοινωνός και της αναστάσεως σου γένηται και φυλάξας (φυλάξασα)  την δωρεάν του Αγίου σου Πνεύματος και αυξήσας (αυξήσασα) την παρακαταθήκην της χάριτος, δέξηται το βραβείον της άνω κλήσεως, και συγκαταριθμηθή τοις πρωτοτόκοις, τοις απογεγραμμένοις εν ουρανώ, εν σοι τω Θεώ και Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ. Ότι σοι πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, άμα τω ανάρχω σου Πατρί, και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΙΕΡΕΥΣ:  Ειρήνη πάσι.

ΧΟΡΟΣ: Και τω πνεύματί σου.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Τας κεφάλας ημών τω Κυρίω κλίνωμεν.

ΧΟΡΟΣ: Σοι Κύριε.

Και εμφυσά ο Ιερεύς εις το αγγείον του ελαίου, βασταζόμενον υπό του Διακόνου και σφραγίζει δια της χειρός τρις τούτο, ήτοι το έλαιον.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, ελέησον

ΙΕΡΕΥΣ

Δέσποτα, Κύριε, ο Θεός των Πατέρων ημών, ο τοις εν τι κιβωτώ του Νώε περιστεράν αποστείλας, κάρφος ελαίας έχουσαν επί του στόματος, καταλλαγής σύμβολον, σωτηρίας τε της από του κατακλυσμού, και το της χάριτος μυστήριον δι’ εκείνων προτυπώσας· ο και της ελαίας τον καρπόν εις πλήρωσιν των αγίων σου Μυστηρίων χορηγήσας, ο δι’ αυτού και τους εν νόμω Πνεύματος Αγίου πληρώσας και τους εν χάριτι τελειών· Αυτός ευλόγησον και τούτο το έλαιον, τη δυνάμει και ενεργεία και επιφοιτήσει του Αγίου σου Πνεύματος, ώστε γενέσθαι αυτό χρίσμα αφθαρσίας, όπλον δικαιοσύνης, ανακαινισμός ψυχής και σώματος, πάσης διαβολικής ενερ­γείας αποτρόπαιον, εις άπαλλαγήν κακών, πάσι τοις χριομένοις αυτό εν πίστει, ή και μεταλαμβάνουσιν εξ αυτού.

Εις δόξαν σην, και του μονογενούς σου Υιού, και του παναγίου και αγαθού και ζωοποιού σου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Πρόσχωμεν.

 

Ο δε Ιερεύς, λαβών το αγγείον του ελαίου καταχέει εξ αυτού εν τη κολυμβήθρα, ποιων σταυρούς γ' και ψάλλων εν εκάστω σταυρώ το Αλληλούια (γ').

ΧΟΡΟΣ: Αλληλούια (γ').

Είτα εκφωνεί·

Ευλογητός ο Θεός, ο φωτίζων και αγιάζων πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Και προσφέρεται ό βαπτιζόμενος. Ο δε Ιερεύς λαμβάνει εκ του αγίου ελαίου δια των τριών δα­κτύλων της δεξιάς και ποιεί Σταυρού τύπον επί του μετώπου, και του στήθους, και των μεταφρένων του βαπτιζομένου, λέγων·

Χρίεται ο δούλος (η δούλη) του Θεού  (ο ή η δείνα), έλαιον αγαλλιάσεως, εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Και σφραγίζουν αυτού (αυτής) το στήθος και τα μετάφρενα, λέγει·

Εις μεν το στήθος·

Εις  ίασιν  ψυχής  και  σώματος.

Εις δε τας ακοάς·

Εις ακοήν πίστεως.

Εις τους πόδας·

Του πορεύεσθαι τα διαβήματα σου.

Εις τας χείρας·

Αι χείρες σου εποίησαν με, και έπλασαν με.

Και όταν χρισθή εκ του ελαίου όλον το σώμα υπό του Αναδόχου, βαπτίζει αυτόν ο Ιερεύς, όρθιον αυτόν κατέχων και βλέποντα κατά ανατολάς και λέγων·

Βαπτίζεται ο δούλος (δούλη) του Θεού   (ο ή η δείνα) εις  το όνομα του Πατρός, Αμήν· και του Υιού, Αμήν· και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν. (εκάστη προσρήσει κατάγων αυτόν και ανάγων).

Και λούει αυτού ο Ιερεύς, όλον το σώμα καλώς.

Είτα λαμβάνει αυτόν ο Ανάδοχος εκ της αγίας Κολυμβήθρας δια των χειρών του Ιερέως υπτίαις χερσί, σαβάνου (σινδονίου] λευκού πρότερον εφαπλωθέντος εν ταις χερσίν.)

ΧΟΡΟΣ:

Ψαλμός λα' (31)

Μακάριοι, ων αφέθησαν αι ανομίαι, και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι (εκ γ'). Μακάριος ανήρ, ω ου μη λογίσηται Κύριος αμαρτίαν, ουδέ εστίν εν τω στόματι αυτού δόλος. Ότι εσίγησα, επαλαιώθη τα οστά μου, από του κράζειν με όλην την ημέραν. Ότι ημέρας και νυκτός εβαρύνθη επ’ εμέ η χειρ σου, εστράφην εις ταλαιπωρίαν εν τω εμπαγήναι μοι άκανθαν. Την ανομίαν μου εγνώρισα και την αμαρτίαν μου ουκ εκάλυψα. Είπα· Εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω, και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. Υπέρ ταύτης προσεύξεται προς σε πας όσιος, εν καιρώ ευθέτω. Πλην εν κατακλυσμώ υδάτων πολλών, προς αυτόν ουκ εγγιούσι. Συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με· το αγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με από των κυκλωσάντων με. Συνετιώ σε και συμβιβώ σε εν οδώ ταύτη η πορεύση, επιστηριώ επί σε τους οφθαλμούς μου. Μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος, οις ουκ έστι σύνεσις· εν κημώ και χαλινώ τας σιαγόνας αυτών άγξαις, των μη εγγιζόντων προς σε. Πολλαί αι μά­στιγες του αμαρτωλού, τον δε ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει. Ευφράνθητε επί Κύριον και αγαλλιάσθε, δίκαιοι, και καυχάσθε πάντες οι ευθείς τη| καρδία.

Και μετά τούτο λέγει ο Ιερεύς την Ευχήν ταύτην·

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, έλέησον.

ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΜΥΡΟΥ

Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ή πηγή των αγαθών, ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο λάμψας τοις εν σκότει φως σωτηρίας, δια της επι­φανείας του μονογενούς σου Υιού και Θεού ημών και χαρισάμενος ημίν τοις αναξίοις την μακαρίαν κάθαρσιν εν τω αγίω Βαπτίσματι, και τον θείον αγιασμόν εν τω ζωοποιώ χρίσματι· ο και νυν ευδοκήσας αναγεννήσαι τον δούλον σου τον (την δούλην σου την) νεοφώτιστον δι’ ύδατος και Πνεύματος, και την των εκουσίων και ακουσίων αμαρτημάτων άφεσιν αυτώ (αυτή) δωρησάμενος· Αυτός ουν, Δέσποτα παμβασιλεύ εύσπλαγχνε, χάρισαι αυτώ και την σφραγίδα της δωρεάς του αγίου και παντοδυνάμου, και προσκυνητού σου Πνεύματος, και την μετάληψιν του αγίου Σώματος, και του τι­μίου Αίματος του Χριστού σου. Φύλαξον αυτόν (αυτήν) εν τω σω αγιασμώ· βεβαίωσον εν τη Ορθοδόξω πίστει ρύσαι από του πονηρού, και πάντων των επιτηδευ­μάτων αυτού, και τω σωτηρίω σου φόβω, εν αγνεία καί δικαιοσύνη την ψυχήν αυτού (αυτής) διατήρησον ίνα, εν παντί έργω και λόγω ευαρεστών (ευαρεστούσα) σοι, υιός (θυγατέρα) και κληρονόμος της επουρανίου σου γένηται βασιλείας.

Εκφώνως

Ότι συ ει ο Θεός ημών, Θεός του ελεείν και σώζειν, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί, και τω Υιώ, και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Και μετά την Ευχήν, χρίει τον βαπτισθέντα ο Ιερεύς τω αγίω Μύρω, ποιών του Σταυρού τύπον επί του μετώπου, των οφθαλμών, των μυκτήρων, του στόματος, των δύο ώτων, του στήθους, των χειρών και των ποδών, λέγων·

Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου. Αμήν.

Είτα ενδύων αυτόν τον χιτώνα λέγει.

Ενδύεται ο δούλος (δούλη) του Θεού (ο ή η δείνα) χιτώνα δικαιοσύνης, εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

ΧΟΡΟΣ:

Και ψάλλεται Τροπάριον εις ήχον πλ. δ'.

Χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν, ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον, πολυέλεε Χριστέ ο Θεός ημών.

Και βάλλοντας το Σταυρό στο λαιμό του βαπτισθέντος λέγει:

Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι.

 

Και ο χορός ψάλλει τας Καταβασίας του Σταυρού.

 

Σταυρόν χαράξας Μωσής, επ' ευθείας ράβδω, τήν Ερυθράν διέτεμε, τώ Ισραήλ πεζεύσαντι, τήν δέ επιστρεπτικώς, Φαραώ τοίς άρμασι κροτήσας ήνωσεν, επ' εύρους διαγράψας, τό αήττητον όπλον, διό Χριστώ άσωμεν, τώ Θεώ ημών, ότι δεδόξαστα.

Ράβδος εις τύπον τού μυστηρίου παραλαμβάνεται, τώ βλαστώ γάρ προκρίνει τόν ιερέα, τή στειρευούση δέ πρώην, Εκκλησία νύν εξήνθησε, ξύλον Σταυρού, εις κράτος καί στερέωμα.

Εισακήκοα Κύριε, τής οικονομίας σου τό μυστήριον, κατενόησα τά έργα σου, καί εδόξασά σου τήν θεότητα.

Ω τρισμακάριστον ξύλον, εν ώ ετάθη Χριστός, ο Βασιλεύς καί Κύριος, δι' ού πέπτωκεν ο ξύλω απατήσας, τώ εν σοί δελεασθείς, Θεώ τώ προσπαγέντι σαρκί, τώ παρέχοντι, τήν ειρήνην ταίς ψυχαίς ημών.

Νοτίου θηρός εν σπλάγχνοις, παλάμας Ιωνάς, σταυροειδώς διεκπετάσας, τό σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφώς, όθεν τριήμερος εκδύς, τήν υπερκόσμιον Ανάστασιν υπεζωγράφησε, τού σαρκί προσπαγέντος, Χριστού τού Θεού, καί τριημέρω εγέρσει, τόν κόσμον φωτίσαντος».

Έκνοον πρόσταγμα τυράννου δυσσεβούς, λαούς εκλόνησε, πνέον απειλής καί δυσφημίας θεοστυγούς, όμως τρείς Παίδας ουκ εδειμάτωσε, θυμός θηριώδης, ου πύρ βρόμιον, αλλ' αντηχούντι δροσοβόλω πνεύματι, πυρί συνόντες έψαλλον, ο υπερύμνητος, τών Πατέρων καί ημών, Θεός ευλογητός εί.

Ευλογείτε Παίδες, τής Τριάδος ισάριθμοι, δημιουργόν Πατέρα Θεόν, υμνείτε τόν συγκαταβάντα Λόγον, καί τό πύρ εις δρόσον μεταποιήσαντα, καί υπερυψούτε, τό πάσι ζωήν παρέχον, Πνεύμα πανάγιον εις τούς αιώνας».

Μυστικώς εί Θεοτόκε Παράδεισος, αγεωργήτως βλαστήσασα Xριστόν, υφ' ού τό τού Σταυρού, ζωηφόρον εν γή, πεφυτούργηται δένδρον, δι' ού νύν υψουμένου, προσκυνούντες αυτόν σέ μεγαλύνομεν.

 

 

 

Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, εκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί εκ γής πρός ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας.

Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ' αφθαρσίας πηγήν, εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ώ στερεούμεθα.

Επί τής θείας φυλακής ο θεηγόρος Αββακούμ, στήτω μεθ' ημών καί δεικνύτω, φαεσφόρον Άγγελον, διαπρυσίως λέγοντα, Σήμερον σωτηρία τώ κόσμω, ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος.

Ορθρίσωμεν όρθρου βαθέος, καί αντί μυρου τόν ύμνον προσοίσομεν τώ Δεσπότη, καί Χριστόν οψόμεθα, δικαιοσύνης ήλιον, πάσι ζωήν ανατέλλοντα.

Κατήλθες εν τοίς κατωτάτοις τής γής, καί συνέτριψας μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καί τριήμερος ως εκ κήτους Ιωνάς, εξανέστης τού τάφου.

Ο Παίδας εκ καμίνου ρυσάμενος, γενόμενος άνθρωπος, πάσχει ως θνητός, καί διά Πάθους τό θνητόν, αφθαρσίας ενδύει &#