ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ
|
||||
|
|
|
|||
|
|
ΙΕΡΕΥΣ Ευλογητός ο Θεός ημών, πάντοτε, νυν, και αεί, και εις τούς αιώνας των αιώνων. ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αμήν. ΙΕΡΕΥΣ
Δόξα σοι ο Θεός ημών, δόξα σοι. ΤΡΙΣΑΓΙΟΝ Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. [3] Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν. Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματος σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον. Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομα σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημα σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών, και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. ΙΕΡΕΥΣ Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Αμήν. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον. Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Δεύτε
προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω βασιλεί ημών Θεώ. ΨΑΛΜΟΣ 4 Εν τω επικαλείσθαί με εισήκουσας μου, ο Θεός της δικαιοσύνης μου, εν θλίψει επλάτυνας με. Οικτείρησόν με, και εισάκουσον της προσευχής μου. Υιοί ανθρώπων, έως πότε βαρυκάρδιοι; ίνα τι αγαπάτε ματαιότητα, και ζητείτε ψεύδος; Και γνώτε, ότι εθαυμάστωσε Κύριος τον όσιον αυτού, Κύριος εισακούσεταί μου, εν τω κεκραγέναι με προς αυτόν. Οργίζεσθε, και μη αμαρτάνετε, α λέγετε εν ταις καρδίαις υμών, επί ταις κοίταις υμών κατανύγητε. Θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης, και ελπίσατε επί Κύριον. Πολλοί λέγουσι· Τις δείξει ημίν τα αγαθά; Εσημειώθη εφ' ημάς το φώς του προσώπου σου, Κύριε, έδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου, Από καρπού σίτου, οίνου και ελαίου αυτών επληθύνθησαν. Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι, και υπνώσω, Ότι συ, Κύριε, κατά μόνας επ' ελπίδι κατώκισας με.
ΨΑΛΜΟΣ 6
Κύριε, μη τω
θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τη οργή σου παιδεύσης με.
Ελέησόν με, Κύριε, ότι ασθενής ειμι ίασαι με, Κύριε,
ότι εταράχθη τα οστά μου, και
η ψυχή μου εταράχθη σφόδρα, και συ,
Κύριε, έως πότε; Επίστρεψον, Κύριε, ρύσαι την ψυχήν
μου, σώσόν με ένεκεν του ελέους σου. Ότι ουκ έστιν
εν τω θανάτω ο μνημονεύων σου, εν δε
τω άδη τις εξομολογήσεταί
σοι; Εκοπίασα εν τω στεναγμώ
μου, λούσω καθ' εκάστην νύκτα την κλίνην μου,
ενδάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω. Εταράχθη από
θυμού ο οφθαλμός μου, επαλαιώθην εν πάσι τοις
εχθροίς μου. Απόστητε απ' εμού πάντες οι εργαζόμενοι την
ανομίαν, ότι εισήκουσε Κύριος της φωνής του
κλαυθμού μου, Ήκουσε Κύριος της δεήσεώς μου, Κύριος
την προσευχήν μου προσεδέξατο. Αισχυνθείησαν και
ταραχθείησαν πάντες οι εχθροί μου, αποστραφείησαν και
καταισχυνθείησαν σφόδρα δια τάχους. ΨΑΛΜΟΣ Ι2
Έως πότε, Κύριε, επιλήση μου εις
τέλος; έως πότε αποστρέφεις το πρόσωπόν σου απ'
εμού; Έως τίνος θήσομαι βουλάς εν ψυχή μου, οδύνας
εν καρδία μου, ημέρας και νυκτός;
Έως πότε υψωθήσεται ο εχθρός μου επ' εμέ; Επίβλεψον, εισάκουσόν μου,
Κύριε, ο Θεός μου. Φώτισον τοθς οφθαλμούς μου,
μήποτε υπνώσω εις θάνατον, μήποτε είπη ο εχθρός μου·
Ίσχυσα πρός αυτόν. Οι θλίβοντές με αγαλλιάσονται,
εάν σαλευθώ, εγώ δε, επί τω
ελέει σου ήλπισα. Αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω
σωτηρίω σου, άσω τω Κυρίω τω
ευεργετήσαντί με, και ψαλώ τω
ονόματι Κυρίου του Υψίστου. Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, δόξα σοι ο Θεός, (3) Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον. Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. ΨΑΛΜΟΣ 24
Προς σε, Κύριε, ήρα την ψυχήν μου, ο
Θεός μου, επί σοι πέποιθα, μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα. Μηδέ
καταγελασάτωσάν με οι εχθροί μου, και γαρ πάντες οι υπομένοντές σε, ου μη
καταισχυνθώσιν. Αισχυνθήτωσαν οι ανομούντες διακενής, Τας οδούς σου,
Κύριε, γνώρισον μοι, και τας τρίβους σου δίδαξόν με. Οδήγησόν με επί την
αλήθειάν σου, και δίδαξόν με, ότι συ ει ο Θεός ο σωτήρ μου, και σε
υπέμεινα όλην την ημέραν. Μνήσθητι των οικτιρμών σου, Κύριε, και τα ελέη
σου, ότι από του αιώνός εισιν. Αμαρτίας νεότητός μου και αγνοίας μου μη
μνησθής. Κατά το έλεός σου μνήσθητί μου συ, ένεκεν της χρηστότητός σου,
Κύριε, Χρηστός και ευθύς ο Κύριος, δια τούτο νομοθετήσει αμαρτάνοντας εν
οδώ. Οδηγήσει πραείς εν κρίσει, διδάξει πραείς οδούς αυτού. Πάσαι αι οδοί
Κυρίου έλεος, και αλήθεια τοις εκζητούσι την διαθήκην αυτού, και τα
μαρτύρια αυτού. Ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, και ιλάσθητι τη αμαρτία
μου, πολλή γαρ εστι. Τις εστιν άνθρωπος ο φοβούμενος τον Κύριον;
νομοθετήσει αυτώ εν οδώ η ηρετίσατο. Η ψυχή αυτού εν αγαθοίς αυλισθήσεται,
και το σπέρμα αυτού κληρονομήσει γην. Κραταίωμα Κύριος των φοβουμένων
αυτόν, και η διαθήκη αυτού δηλώσει αυτοίς. Οι οφθαλμοί μου δια παντός προς
τον Κύριον, ότι αυτός εκσπάσει εκ παγίδος τους πόδας μου. Επίβλεψον επ'
εμέ, και ελέησόν με, ότι μονογενής και πτωχός ειμι εγώ, Αι θλίψεις της
καρδίας μου επληθύνθησαν, εκ των αναγκών μου εξάγαγέ με. Ίδε την
ταπείνωσίν μου, και τον κόπον μου, και άφες πάσας τας αμαρτίας μου, Ίδε
τους εχθρούς μου, ότι επληθύνθησαν, και μίσος άδικον εμίσησάν με. Φύλαξον
την ψυχήν μου, και ρύσαί με, μη καταισχυνθείην ότι ήλπισα επί σε. Άκακοι
και ευθείς εκολλώντό μοι, ότι υπέμεινά σε, Κύριε. Λύτρωσαι, ο Θεός, τον
Ισραήλ εκ πασών των θλίψεων αυτού. ΨΑΛΜΟΣ Λ' (30)
Επί σόι, Κύριε, ήλπισα, μη
καταισχυνθείην εις τον αιώνα, εν τη δικαιοσύνη σου ρύσαί με, και εξελού
με. Κλίνον προς με το ους σου, τάχυνον του εξελέσθαι με. Γενού μοι εις
Θεόν υπερασπιστήν, και εις οίκον καταφυγής του σώσαι με. Ότι κραταίωμά
μου, και καταφυγή μου ει συ, και ένεκεν του ονόματός σου οδηγήσεις με, και
διαθρέψεις με. Εξάξεις με εκ παγίδος ταύτης, ης έκρυψάν μοι, ότι συ ει ο
υπερασπιστής μου, Κύριε. Εις χείράς σου Παραθήσομαι το πνεύμά μου,
ελυτρώσω με, Κύριε, ο Θεός της αληθείας. Εμίσησας τους διαφυλάσσοντας
ματαιότητας διακενής. Εγώ δε επί τω Κυρίω ήλπισα, αγαλλιάσομαι και
ευφρανθήσομαι επί τω ελέει σου. Ότι επείδες επί την ταπείνωσίν μου, έσωσας
εκ των αναγκών την ψυχήν μου. Και ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών,
έστησας εν ευρυχώρω τους πόδας μου. Ελέησον με, Κύριε, ότι θλίβομαι,
εταράχθη εν θυμώ ο οφθαλμός μου, η ψυχή μου, και η γαστήρ μου. Ότι
εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου, και τα έτη μου εν στεναγμοίς. Ησθένησεν εν
πτωχεία η ισχύς μου, και τα όστά μου εταράχθησαν, Παρά πάντας τους εχθρούς
μου εγενήθην όνειδος, και τοις γείτοσί μου σφόδρα, και φόβος τοις γνωστοίς
μου. Οι θεωρούντες με εξω έφυγον απ' εμού, επελήσθην ωσεί νεκρός από
καρδίας. Εγενήθην ωσεί σκεύος απολωλός, ότι ήκουσα ψόγον πολλών
παροικούντων κυκλόθεν, Εν τω επισυναχθήναι αυτούς άμα επ' εμέ, του λαβείν
την ψυχήν μου εβουλεύσαντο. Εγώ δε επί σοι, Κύριε, ήλπισα, είπα·
Συ ει ο Θεός μου εν ταις χερσί σου οι κλήροι μου. Ρύσαι με εκ χειρός
εχθρών μου, και εκ των καταδιωκόντων με. Επίφανον το πρόσωπόν σου επί τον
δούλον σου, σώσον με εν τω ελέει σου Κύριε, μη καταισχυνθείην, ότι
επεκαλεσάμην σε. Αισχυνθείησαν ασεβείς, και καταχθείησαν εις άδου. Άλαλα
γενηθήτω τα χείλη τα δόλια, τα λαλούντα κατά του δικαίου ανομίαν, εν
υπερηφανία και εξουδενώσει, Ως πολύ το πλήθος της χρηστότητός σου, Κύριε,
ης έκρυψας τοις φοβουμένοις σε. Εξειργάσω τοις ελπίζουσιν επί σε εναντίον
των υιών των ανθρώπων. Κατακρύψεις αυτούς εν αποκρύφω του προσώπου σου,
από ταραχής ανθρώπων. Σκεπάσεις αυτούς εν σκηνή από αντιλογίας γλωσσών.
Ευλογητός Κύριος, οτι εθαυμάστωσε το έλεος αυτού εν πόλει περιοχής. Εγώ δε
είπα εν τη εκστάσει μου, Απέρριμμαι από προσώπου των οφθαλμών σου. Δια
τούτο εισήκουσας της φωνής της δεήσεώς μου, εν τω κεκραγέναι με πρός σε.
Αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού ότι αληθείας εκζητεί Κύριος,
καί ανταποδίδωσι τοις περισσώς ποιούσιν υπερηφανίαν, Ανδρίζεσθε, και
κραταιούσθω η καρδία υμών, πάντες οι ελπίζοντες επί Κύριον. ΨΑΛΜΟΣ 90
Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου,
εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται. Ερεί τω Κυρίω, Αντιλήπτωρ μου
ει, και καταφυγή μου, ο Θεός μου, και ελπιώ επ' αυτόν. Ότι αυτός ρύσεται
σε εκ παγίδος θηρευτών, και από λόγου ταραχώδους. Εν τοις μεταφρένοις
αυτού επισκιάσει σοι, και υπό τας πτέρυγας αυτού ελπιείς, όπλω κυκλώσει σε
η αλήθεια αυτού. Ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού, από βέλους πετομένου
ημέρας. Από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου, από συμπτώματος και
δαιμονίου μεσημβρινού. Πεσείται εκ τού κλίτους σου χιλιάς, και μυριάς εκ
δεξιών σου, προς σε δε ουκ εγγιεί. Πλήν τοις οφθαλμοίς σου κατανοήσεις,
και ανταπόδοσιν αμαρτωλών όψει. Ότι συ, Κύριε, η ελπίς μου, τον Ύψιστον
έθου καταφυγήν σου. Ου προσελεύσεται προς σε κακά, και μάστιξ ουκ
εγγιεί εν τω σκηνώματί σου. Ότι τοις Αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου,
του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταις οδοίς σου. Επί χειρών αρούσι σε, μήποτε
προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου. Επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήσει, και
καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα, Ότι επ' εμέ ήλπισε, και ρύσομαι αυτόν,
σκεπάσω αυτόν, ότι έγνω το όνομά μου. Κεκράξεται προς με, και εισακούσομαι
αυτού, μετ' αυτού ειμί εν θλίψει, εξελούμαι αυτόν, και δοξάσω αυτόν.
Μακρότητα ημερών εμπλήσω αυτόν, και δείξω αυτώ το σωτήριον μου Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, δόξα σοι ο Θεός, (3) Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον. Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Είτα τους εφεξής Στίχους, χύμα και άνευ
μέλους, ει έστιν εκτός της μεγάλης Τεσσαρακοστής, εν ταύτη δε ψάλλομεν
αυτούς εξ εκατέρων των Χορών, αργώς και μεγάλη τη φωνή. | |||